ΕΙΣΑΓΩΓΗ:  Σύμφωνα με το άρθρο 6 με επικεφαλίδα «Μελέτες αυτοχθόνων πληθυσμών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον» του Π.Δ. υπ’ αριθ. 434 (ΦΕΚ 248/30-11-1995) με τίτλο «Μέτρα για τη διατήρηση και προστασία των αυτόχθονων φυλών των αγροτικών ζώων», προβλέπεται η πραγματοποίηση μελετών σχετικά με αυτόχθονους πληθυσμούς αγροτικών ζώων, που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά δεν έχουν ακόμη μελετηθεί και δεν έχουν καταταγεί σε μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 5 του εν λόγω Π.Δ. αναγνωρισμένες φυλές, μεταξύ άλλων, από φορείς που τηρούν και καταρτίζουν γενεαλογικά βιβλία και εφαρμόζουν προγράμματα διάσωσης και διατήρησης σπάνιων φυλών και άλλους σχετικούς με το αντικείμενο φορείς, με σκοπό την αναγνώρισής τους ως φυλών από το Υπουργείο Γεωργίας.

Ο Σύλλογος Προστασίας του μικρόσωμου αλόγου της Ρόδου «Φαέθων» πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 6 του Π.Δ. υπ’ αριθ. 434/1995, δεδομένου ότι από το έτος 2001 ασχολείται με τη διάσωση και διατήρηση της σπάνιας φυλής ίππου της Ρόδου και τηρεί γενεαλογικό βιβλίο της φυλής αυτής. Συγκεκριμένα, ο Σύλλογός μας έχει ανεγείρει σύγχρονες σταβλικές εγκαταστάσεις, στις οποίες διαβιούν τα εναπομείναντα άτομα της φυλής Ρόδου. Οι εν λόγω εγκαταστάσεις βρίσκεται κοντά στην Αρχάγγελο της Ρόδου και περιλαμβάνουν ατομικά κελιά για κάθε ένα από τα άλογα (box), προαύλια και paddock εκτόνωσης των ζώων, αποθήκες ζωοτροφών, δωμάτιο σταβλίτη, αποθήκη γεωργικών μηχανημάτων, χώρο υποδοχής επισκεπτών, δεξαμενή συλλογής όμβριων υδάτων και έκταση για την καλλιέργεια κτηνοτροφικών φυτών, η οποία αρδεύεται με αυτόματο ποτιστικό σύστημα. Επίσης τηρεί γενεαλογικό βιβλίο με βάση γενετικές αναλύσεις (DNA tests) που διενεργεί για λογαριασμό του Συλλόγου το Τμήμα Γενετικής Ανοσολογίας (Department of Immunogenetics) του διεθνούς κύρους βρετανικού ιδρύματος Animal Health Trust, που εδρεύει στο Newmarket της Αγγλίας και έχει καταγεγραμμένα τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά των εκπροσώπων της φυλής σύμφωνα με το πρότυπο του ΑΔΑΜΙ του Υπουργείου Γεωργίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Π.Δ. 434/1995, τα μικρόσωμα άλογα που φιλοξενεί ο Σύλλογος Φαέθων στις εγκαταστάσεις του αποτελούν ξεχωριστή φυλή ίππου, διότι έχουν κοινή καταγωγή και έχουν συγκεκριμένα μορφολογικά (φαινοτυπικά) χαρακτηριστικά με τα οποία διαφοροποιούνται από το σύνολο των ζώων του είδους Equus cabalus και αποτελούν αυτόχθονο γενετικό υλικό, διότι δημιουργήθηκαν στον ελλαδικό χώρο χωρίς την ουσιαστική επέμβαση της γενετικής επιστήμης.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ

Ο πληθυσμός των αλόγων της φυλής Ρόδου αριθμεί μόνο έξι άτομα, εκ οποίων τρία είναι αρσενικά και τρία θηλυκά. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Π.Δ. 434/1995, εν λόγω φυλή, όταν αναγνωριστεί, πρέπει να καταταχθεί στην κατηγορία «κατάσταση εξαφάνισης», λόγω περιορισμένου αριθμού των θηλυκών και αρσενικών ατόμων που εκπροσωπούν την εν λόγω φυλή. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η άμεση αναγνώριση της φυλής αυτής, προκειμένου να καταστεί εφικτή η χρηματοδότηση των μέτρων διάσωσης και προστασία της, μέσω σχετικών κοινοτικών προγραμμάτων.

Τα εναπομείναντα ροδίτικα αλογάκια είναι τρεις επιβήτορες ο Αίθωνας, ο Κουτσούτης και ο Φοίβος και τρεις φοράδες η Μαρίνα, η Λυνδία και η Αθηνά. Ο Φοίβος είναι πέντε ετών υιός της Μαρίνας και του Νιώτη ενώ η Αθηνά είναι κόρη της Λυνδίας και του Αίθωνα. Τα άλογα αυτά γεννήθηκαν στις εγκαταστάσεις του Συλλόγου «Φαέθων». Τα υπόλοιπα άλογα περισυλλέχθηκαν στα γύρω βουνά της Αρχαγγέλου όπου ζούσαν αδέσποτα. Το γενεαλογικό τους δέντρο δεν είναι γνωστό και η ηλικία τους υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη.

Όλα τα αλογάκια έχουν πολύ χαμηλό ύψος (μέσο όρο 110 εκατοστά από το ακρώμιο). Ωστόσο οι αναλογίες του σώματός τους, παρά το μικρό μέγεθός τους, μοιάζουν παρά πολύ με τις αντίστοιχες του μεγαλόσωμου αλόγου. Το κεφάλι τους έχει ευρύ μέτωπο, μεγάλα έξυπνα μάτια, μεγάλα ρουθούνια και μεσαίου μεγέθους αυτιά. Ο λαιμός και το στέρνο είναι μυώδεις . Η χαίτη τους είναι πυκνή, μακριά και πλούσια με χρώμα παρόμοιο με το υπόλοιπο τρίχωμα. Ο κορμός έχει σχήμα σχεδόν τετράγωνο, καθώς οι γλουτοί είναι ισοϋψείς με τους ώμους και το μήκος του σώματος είναι ίσο περίπου με το ύψος ακρωμίου (περίπου 120 εκατοστά). Τα πόδια είναι λεπτά, γερά και μυώδη και απολήγουν σε μικρές, σκληρές και ωοειδείς οπλές. Η κοιλιά είναι ευμεγέθης, η ράχη καμπυλώνεται ελαφρά στο ύψος της οσφύος, τα ισχία είναι επικλινή και η ουρά εκφύεται χαμηλά, είναι πολύ πυκνή και φτάνει σχεδόν ως το έδαφος.

Το χρώμα του τριχώματος των τριών επιβητόρων (Αίθωνα, Φοίβου και Κουτσούτη) και της μίας εκ των φοράδων (της Μαρίνας) είναι ορφνό βαθύ, δηλαδή οι τρίχες του σώματος, της χαίτης, της ουράς και των ποδιών είναι καστανόμαυρες. Οι υπόλοιπες δύο φοράδες (Λυνδία και Αθηνά) έχουν ξανθό χρώμα, καθότι οι τρίχες του τριχώματος είναι ξανθές ή καστανέρυθρες. Ορισμένα άλογα (π.χ. η Λυνδία και η Αθηνά) έχουν λευκές κηλίδες στην κεφαλή τους, ενώ οι λευκές κηλίδες στα πόδια είναι σπάνιες (π.χ. ο Κουτσούτης). Αντιθέτως δεν παρατηρούνται λευκές κηλίδες στον κορμό του σώματος τους.

ΣΩΜΑΤΟΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ                                                                                                  1930                     2006

Ύψος ακρωμίου                                                                                             118                        111

Ύψος της κορυφής των γλουτών                                                                    118                        111

Μήκος κορμού (από το στέρνο μέχρι τη βάση της ουράς)                              122                       126

Μήκος κεφαλής (από το ακρορρίνιο μέχρι τα ώτα)                                           47                         47

Πλάτος κεφαλής (μεταξύ των βάσεων των ώτων)                                            16                         16

Πάχος κεφαλής (από τη βάση ωτός μέχρι την κάτω γνάθο)                              26                         25

Απόσταση οφθαλμού-ρινός (έξω κανθού-μυκτήρος)                                        24                         23

Ύψος μετώπου (από κόμη μετώπου έως μεσοφθάλμιο διάστημα)                  16                          16

Μήκος τραχήλου από άτλαντα έως πρόσθιο χείλος ωμοπλάτης                      48                           41

Άνω οριογραμμή του τραχήλου (από το ινίο έως το ακρώμιο)                          60                          49

Κάτω οριογραμμή του τραχήλου (από το φάρυγγα έως το στέρνο)                  41                          41

Πλάτος τραχήλου έμπροσθεν των ωμοπλατών                                                43                          42

Μήκος ωμοπλάτης από το ακρώμιο έως την κεφαλή βραχιονίου                     49                           49

Μήκος βραχιονίου από την κεφαλή βραχιονίου έως τον αγκώνα                      31                           29

Απόσταση ράχης-κοιλίας (στο χαμηλότερο σημείο της κοιλίας)                        57                          64

Απόσταση (οπίσθιου χείλους) ωμοπλάτης έξω γωνίας λαγονίου                     49                           49

Απόσταση από το ακρώμιο μέχρι τους γλουτούς (μέση γραμμή)                     66                           66

Μήκος γλουτού (από έξω γωνία λαγονίου έως τη βάση ουράς)                       42                           42

Πλάτος γλουτών (μεταξύ των έξω γωνιών των λαγονίων)                                 44                           32

Απόσταση από την έξω γωνία λαγονίου έως την επιγονατίδα                          42                           40

Απόσταση από το όγκωμα του ισχίου έως την επιγονατίδα                              42                           41

Απόσταση της επιγονατίδας από την κνημοταρσική άρθρωση                         40                           39 

Απόσταση της κνημοταρσικής άρθρωσης από το έδαφος                                41                           38

Απόσταση της επιγονατίδας από την κορυφή του γλουτού                               49                           55

Απόσταση ταρσού από το έδαφος                                                                   45                            40

Απόσταση από τον καρπό έως τη στεφάνη της οπλής                                     23                            28

Απόσταση από τον αγκώνα έως τον καρπό                                                     34                            29

Απόσταση καρπού από το έδαφος                                                                  34                            32

Λόγος πλάτους θώρακα (μεταξύ αγκώνων)/ύψος ακρωμίου                          0,87                      85/111

Λόγος απόστασης της ωμοπλάτης έως το ισχίο/περίμετρο θώρακα              0,87                    105/122

Λόγος πλάτους θώρακα (μεταξύ αγκώνων)/ύψος ακρωμίου                          0,87                          0,76

Λόγος απόστασης της ωμοπλάτης έως το ισχίο/περίμετρο θώρακα              0,87                          0,86

 

Σωματομετρήσεις                                                                     1930     1995  2006  
Ύψος ακρωμίου 118 110-115 111
Μήκος κορμού (από το στέρνο έως την έκφυση ουράς) 122 110-115  126
Μήκος κεφαλής (από το ακρορρίνιο έως τα ώτα)  47 50-52   47

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

 

Στη μονογραφία του Ιταλού Carlo Manetti, δόκτορος του Ιταλικού Ινστιτούτου Αποικιακής Γεωργίας (Istituto Agricolo Coloniale Italiano), με τίτλο «Η Ανατολή της Μεσογείου (L’ Anatolia meridionale)», (Εκδόσεις Ιταλικό Ινστιτούτο Αποικιακής Γεωργίας έτος 1921), και συγκεκριμένα στο 5 κεφάλαιο με επικεφαλίδα «Δημογραφικά στοιχεία της Μεσογειακής Ανατολής» δίδεται μία σύντομη αλλά παραστατική περιγραφή των μικρόσωμων αλόγων της φυλής Ρόδου «Οι ίπποι έχουν χαμηλό ανάστημα, με μέγεθος κεφαλής αρμονικό ως προς το σώμα τους, παράστημα ευθυτενές και στήθος ευρύ και ρωμαλέο. Είναι τα επονομαζόμενα πόνυ του ελληνικού αρχιπελάγους, χωρίς αμφιβολία ανατολικής προελεύσεως, τα οποία υπέστησαν σμίκρυνση του σώματός τους, προσαρμοζόμενα στην περιοχή διαβίωσής τους. Είναι ωστόσο πολύ ρωμαλέα και κατάλληλα για την παραγωγή ημιόνων».

Ανάλογη αναφορά γίνεται λίγα έτη αργότερα, το 1929, στη διατριβή του ιταλού φυσιοδίφη Alessandro Ghigi με τίτλο «Έρευνα σχετικά με την πανίδα των ιταλικών νήσων του Αιγαίου (Richerche Faunistiche nelle isole italiane dell’ Egeo)», (Εκδόσεις Γραφιστικές Τέχνες «La Nuovissima», το οποίο δημοσιεύτηκε στο Ιταλικό Αρχείο Ζωολογίας. Στο τελευταίο κεφάλαιο με επικεφαλίδα «Γενικά αποτελέσματα και συμπεράσματα» αναφέρεται ότι «Είναι γνωστό ότι τα θηλαστικά των νησιωτικών περιοχών είναι γενικώς πιο μικρόσωμα σε σχέση με τα θηλαστικά των ηπειρωτικών περιοχών που ανήκουν στο ίδιο είδος….αυτόν τον κανόνα τον επιβεβαιώνουν και ορισμένα κατοικίδια θηλαστικά. Μνημονεύω πρωτίστως τον ίππο, που εκπροσωπείται στη Ρόδο από μία φυλή αλόγων με κοντό τρίχωμα, παρόμοιου μεγέθους με τα φημισμένα πόνυ Shetland, ρωμαλέων και ανθεκτικών, τα οποία χρησιμοποιούνται για μεταφορά φορτίων και για ιππασία και είναι κατάλληλα και ως υποζύγια. Ο όνος, μικρόσωμος όπως αυτός της Σαρδηνίας, διαβεί αδέσποτος στο όρος του Αταβίρου. Οι φυλές αυτές των αλόγων και των όνων χάνουν συνεχώς έδαφος, διότι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου (των κατοίκων) έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή μεγαλόσωμων ιπποειδών, τα οποία παλαιότερα δεν μπορούσαν να διέλθουν από τα απόκρημνα μονοπάτια του εσωτερικού (της νήσου)».

Το ίδιο έτος (1929) στο δοκίμιο του δόκτορος Vittorino Vezzani, καθηγητού του Ινστιτούτου Ζωοτεχνίας & Γαλακτοκομίας του Πεδεμοντίου (Instituto Zootecnico & Caseario per il Piemonte), με τίτλο «Το Ζωοτεχνικό Ζήτημα της Ρόδου (Rodi e il suo problema zootecnico», (Απόσπασμα από το τεύχος Ιανουαρίου του 1929 του επιστημονικού μηνιαίου περιοδικού «Natura), αναφέρεται ότι ο αραιός πληθυσμός των ίππων της νήσου Ρόδου, που αριθμεί εκατό περίπου άτομα, μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε δύο τύπους: α. ένα τύπο μετρίου αναστήματος (με ύψος ακρωμίου κατά μέσο όρο 125 εκατοστά) με διάπλαση μάλλον ελαττωματική αλλά ωστόσο γερής κράσης και λιτοδίαιτο β. έναν τύπο μικρόσωμο, ένα πραγματικό πόνυ, το οποίο οι ντόπιοι το ονομάζουν «Μυτιλί» (ίσως διότι προέρχεται από τη νήσο της Μυτιλήνης) με ανάστημα που δεν υπερβαίνει τα 110 εκατοστά, και εξίσου ανθεκτικό και λιτοδίαιτο.

Επίσης γίνεται συνοπτική αναφορά στη χρήση των αλόγων αυτών… «Οι ίπποι (μικρόσωμοι και μεγαλόσωμοι) χρησιμοποιούνται για το αλώνισμα του σιταριού (ποδοπατώντάς το στο αλώνι), για τη μεταφορά στο σαμάρι τους ξυλείας, άχυρου και αγροτικών προϊόντων, για την άντληση νερού από τα μαγγανοπήγαδα, και μερικές φορές για το όργωμα των χωραφιών. (Για το όργωμα όμως χρησιμοποιούνται περισσότερο τα βόδια και οι ημίονοι)».

Στο δοκίμιο αυτό επισημαίνεται ότι «η εκτροφή του ίππου είναι μάλλον παραμελημένη. Σχεδόν ουδεμία εκ των ορθολογικών μεθόδων αναπαραγωγής εφαρμόζεται, η διατροφή είναι ανεπαρκής και πτωχή. Ειδικά για το «Μυτιλί», η οικονομική αντίληψη των αγροτών είναι ότι αυτό δεν πρέπει να επιβαρύνει καθόλου το ισοζύγιο της επιχείρησής τους και ότι πρέπει να διατρέφεται αποκλειστικά από τη βόσκηση στο ύπαιθρο. Κατά αυτόν τον τρόπο, τους θερινούς μήνες, που η αυτοφυής βλάστηση είναι φτωχή, τα ζώα έχουν κακή θρεπτική κατάσταση».

Στο ίδιο δοκίμιο διαφαίνεται ότι «ο τύπος του μετρίου αναστήματος» προήλθε από τη διασταύρωση γηγενών ίππων με επιβήτορες ιταλικών φυλών, δεδομένου ότι σε επόμενη παράγραφο αναφέρεται ότι «Η ιπποπαραγωγή στη Ρόδο μπορεί να βελτιωθεί με την αύξηση των βοσκοτόπων, ώστε να εξασφαλιστεί η καλύτερη διατροφή (των ίππων) και με την εισαγωγή επιβητόρων, μέτριας αλλά καλής διάπλασης, από τη Σικελία και τη Σαρδηνία για την αναπαραγωγή του τύπου μέτριου αναστήματος».

Για πρώτη φορά το έτος 1930 γράφεται ένα άρθρο αποκλειστικά για το αλογάκι της Ρόδου στο πρώτο τόμο του Δελτίου της Ζωολογίας (Bolletino di Zoologia), το οποίο εξέδωσε η Ένωση Ζωολόγων Ιταλίας (Unione Zoologica Italiana) με τίτλο «Σχετικά με το άλογο της Ρόδου» (Sul cavallo di Rodi) του συγγραφέως Alula Taibell. Στο εν λόγω άρθρο, επιβεβαιώνεται ότι ο τύπος μέτριου αναστήματος που αναφέρει ο Vezzani «διαβιεί μόνο κατά μήκος των ακτών και στα μεγάλα αστικά κέντρα και αποτελεί ένα υβρίδιο διασταυρώσεων μεταξύ γηγενών ίππων και ξενικών φυλών, ενώ σύμφωνα με τον καθηγητή Ghigi, στην ενδοχώρα της Ρόδου διαβιούν μόνο εκπρόσωποι του μικρόσωμου τύπου αλόγου, οι οποίοι αποτελούν την αυθεντική φυλή του ίππου της Ρόδου».

Επίσης αναφέρεται ότι «η Ιταλική Διεύθυνση Γεωργίας της νήσου περισυνέλεξε έναν αριθμό μικρόσωμων αλόγων της φυλής Ρόδου σε έναν πειραματικό σταθμό, με σκοπό να τα αναπαράγει και διαφυλάξει την καθαρότητα της φυλής αυτής, η οποία παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον λόγω του μικρού μεγέθους των εκπροσώπων της».

Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι στο εν λόγω άρθρο παρατίθενται τα σωματομετρικά στοιχεία ενός μικρόσωμου αρσενικού αλόγου της φυλής Ρόδου, το οποίο εισήγαγε στην Ιταλία και δώρησε στον ζωοτεχνικό πειραματικό σταθμό του Rovigo, ο καθηγητής Ghigi, στον οποίο η Αποικιακή Διοίκηση είχε αναθέσει να διενεργήσει μία εξερεύνηση στην πανίδα Δωδεκανήσου. (Όπως προαναφέρθηκε, ο καθηγητής Ghigi κατέγραψε τα αποτελέσματα της έρευνά του στη διατριβή του με τίτλο «Έρευνα σχετικά με την πανίδα των ιταλικών νήσων του Αιγαίου»). Τα σωματομετρικά αυτά στοιχεία παρατίθενται συγκριτικά με τα αντίστοιχα σωματομετρικά στοιχεία του νεαρού επιβήτορος «Φοίβου» που διαβιεί στις εγκαταστάσεις του «Φαέθωνα» στο κεφάλαιο…Στο εν λόγω άρθρο δίδεται επίσης μία σύντομη περιγραφή της διάπλασης του αλόγου αυτού «Επιβήτορας με τρίχωμα χρώματος ξανθού ανοικτού με πυκνή και μακριά κόμη, χαίτη και ουρά, μέτριου αναστήματος, με συμμετρικές αναλογίες, αν και τα άκρα είναι λίγο κοντά σε σχέση με το συμπαγές κορμό του σώματος».

Ο συγγραφεύς του άρθρου Taibell καταλήγει σε ορισμένα συμπεράσματα βάσει των σωματομετρικών του στοιχείων: «Από τις παραπάνω σωματομετρήσεις προκύπτει ότι το μικρόσωμο άλογο του Αιγαίου (της φυλής Ρόδου) έχει κεφαλή αρμονικών διαστάσεων σε σχέση με το ανάστημά του, αν και είναι λίγο περισσότερο στενή από το επιθυμητό. Το σώμα είναι αισθητά πιο μακρύ από το κανονικό, ενώ τα άκρα του είναι ελαφρώς κοντά. Πράγματι οι αποστάσεις διαφόρων σημείων των άκρων από το έδαφος είναι σχετικά μικρές. Το πλάτος του σώματος υπερβαίνει το επιθυμητό, όπως επίσης λίγο μεγαλύτερη από το κανονικό είναι η απόσταση από το ακρώμιο μέχρι τον γλουτό».

Επίσης ο Taibell περιγράφει τα ψυχικά χαρίσματα καθώς και του επιτεύγματα του αλόγου αυτού «Το αλογάκι εκτελεί αξιέπαινα τα καθήκοντά του. Πράο και ήρεμο, μολονότι επιβήτορας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποζύγιο για την έλξη αμαξιδίου ή κάρου. Είναι ανθεκτικό στον τριποδισμό αν και δεν είναι ταχύ, στην έλξη εξασκεί μεγάλη δύναμη, αντέχοντας για αρκετές ώρες να έλκει ένα βάρος 10 δέκα στατήρων (ενός τόνου) σε επίπεδο ομαλό δρόμο. Επίσης είναι εξίσου δυνατό στην μεταφορά φορτίων στη ράχη του: μπορεί να μεταφέρει ένα αναβάτη που ζυγίζει 65 κιλά και να καλπάσει για αρκετή ώρα, υπερπηδώντας εμπόδια ύψους 40 εκατοστών».

Στο ίδιο άρθρο, επισημαίνεται ότι η ροδιακή φυλή εκ πρώτης όψεως έχει κοινά φαινοτυπικά χαρακτηριστικά με άλλες μικρόσωμες ευρωπαϊκές φυλές αλόγων, χωρίς να έχει γενετική συγγένεια μαζί τους, καθώς έλκει πιθανότατα την καταγωγή της από την Ανατολή «Εν κατακλείδι, η μικρόσωμη και χαριτωμένη φυλή του Αιγαίου, έχει πολλά κοινά στοιχεία με το αλογάκι της Σαρδηνίας, το οποίο έχει την επωνυμία «πέλεκυς», και με το αντίστοιχο βρετανικό πόνυ…Ο παραλληλισμός μεταξύ αυτών των μικρόσωμων φυλών (Βρετανική, Σαρδηνίας, Ροδιακή) οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο κοινό φαινόμενο του νανισμού, που επιτεύχθηκε με τρόπο ανεξάρτητο σε καθεμία από τις φυλές αυτές, παρά σε γενετική τους συγγένεια. Θεωρώ ότι το αιγαιοπελαγίτικο αλογάκι πρέπει να έχει το ίδιο αίμα (γενετική συγγένεια) με το άλογο της Ανατολής. Η αρμονία της κεφαλής, τα μικρά και ευκίνητα ώτα είναι χαρακτηριστικά του μεγαλοπρεπούς και ανυπέρβλητου δρομέα της στέπας».

Επίσης ο Taibell πιστεύει τα μικρόσωμα άλογα της ροδιακής φυλής είναι καλύτερα προσαρμοσμένα στο νησιωτικό φυσικό περιβάλλον τους και γι’ αυτό εκτρέφονται από τους κατοίκους του νησιού: «Ο καθηγητής Ghigi αναφέρει ότι οι ντόπιοι τα χρησιμοποιούν κυρίως για τη μεταφορά φορτίων. Είναι ικανότατα στην αναρρίχηση των δύσβατων και απόκρημνων μονοπατιών της Ρόδου, όπου είναι αδύνατη η ανάβαση ενός αλόγου μεσαίου αναστήματος. Εξαιτίας αυτής της ικανότητας που έχει οικονομική σημασία, οι κάτοικοι της νήσου, κατά πάσα πιθανότητα, επέλεξαν τη μικρόσωμη αλλά ρωμαλέα αυτή φυλή για την ορεινή ενδοχώρα. Το μικρό δέμας της φυλής, είναι ένα χαρακτηριστικό που πρέπει να οφείλεται στη γεωγραφία του βιοτόπου της, όπως συμβαίνει με όλα τα νησιωτικά είδη των θηλαστικών, τα οποία έχουν εκπροσώπους με αρκετά μεγαλύτερο μέγεθος σε γειτονικές ηπειρωτικές περιοχές».

Ο Taibell καταλήγει στην παρατήρηση ότι στο προσεχές μέλλον, λόγω της αλλαγής των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων, ενδέχεται η φυλή αυτή να μην είναι πλέον χρήσιμη και ότι πρέπει το κράτος να λάβει μέτρα για τη διατήρησή της «Με την διάνοιξη καλών και μεγάλων δρόμων, άλογα άλλων μεγαλόσωμων φυλών θα αντικαταστήσουν το αλογάκι της Ρόδου, και γι’ αυτό το κράτος πρέπει να μεριμνήσει για να διατηρήσει την καθαρότητα αυτής της ενδιαφέρουσας φυλής».

Σε μεταγενέστερο άρθρο του Colombi P.G. με τίτλο «Τα αλογάκια της Ρόδου» (ιταλιστί: I cavallini di Rodi), εκδόσεις «Le Vie d’ Italia e del Mondo» του έτους 1936, αναφέρεται ότι οι ιταλικές αρχές προέβησαν την εποχή εκείνη σε ένα πρόγραμμα διάσωσης της φυλής ίππου της Ρόδου, δεδομένου ότι οι κάτοικοι του νησιού έπαυσαν να χρησιμοποιούν τα αλογάκια της φυλής αυτής στις καθημερινές τους ασχολίες, λόγω της επέκτασης του οδικού δικτύου και των μηχανοκίνητων οχημάτων.

Ο Colombi εκφράζει την άποψη ότι τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά της φυλής Ρόδου είναι εφάμιλλα με αυτά των πόνυ των βρετανικών νησιών και επαινεί την πρωτοβουλία του ιταλικού κράτους για τη διάσωσή της… «Σήμερον η ιταλική πρωτοβουλία για την ανάδειξη μίας εθνικής φυλής πόνυ, κατάλληλου για ιπποδρομίες, για πόλο και για μεταφορές στέφεται με επιτυχία….Στη Ρόδο ... ξεχωρίζει μία έξοχη πρωτοβουλία που ενθαρρύνεται και υποστηρίζεται από το κράτος, η οποία μερίμνησε για την μεθοδική και ορθολογική αναπαραγωγή του μικρόσωμου αλόγου, το οποίο αποτελεί χαρακτηριστική φυλή της Ρόδου… Θα ήταν όνειδος να αφεθούν στη τύχη τους οι εκπρόσωποι τέτοιας θαυμάσιας φυλής, άλογα τόσο ζωηρά, έξυπνα και κομψά που δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τις φυλές των βρετανικών πόνυ». Επίσης παρεμπιπτόντως αναφέρει ότι και σε άλλα αιγαιοπελαγίτικα νησιά υπάρχουν μικρόσωμα άλογα, όπως στη Μυτιλήνη και στη Σύρο.

Σύμφωνα με τον Colombi, τα αλογάκια της φυλής Ρόδου χρησιμοποιούνταν πλέον μόνο στις ετήσιες ιπποδρομίες του νησιού όπου λάβαιναν μέρος τόσο οι ντόπιοι ιππείς όσο και ιταλοί άποικοι. Εμφαντικά αναφέρει ότι το φιλοθεάμον κοινό των ιπποδρομιών ήταν ιδιαίτερα πολυάριθμο και αποτελούνταν από ροδίτες, ιταλούς αποίκους και τουρίστες… «Τα αλογάκια χρησιμοποιούνται πλέον μόνο στις ετήσιες ιπποδρομίες, στις οποίες οι νησιώτες συμμετέχουν με μεγάλο ζήλο…Οι ετήσιες ιπποδρομίες και κυρίως το ιππικό πρωτάθλημα αποτελούν για τη Ρόδο ένα από τα πιο δημοφιλή αθλητικά γεγονότα. Οι νησιώτες είναι έξοχοι ιππείς, οι οποίοι ξεχύνονται σε ξέφρενο καλπασμό, υπό την επευφημία πλήθους θεατών, οι οποίοι προέρχονται τόσο από τη ροδίτικη όσο και από την ιταλική κοινότητα, ενώ επίσης οι παρευρισκόμενοι τουρίστες δεν υπολείπονται σε ενθουσιασμό κατά τη συμμετοχή τους στις μοναδικές αυτές ιπποδρομίες». (Φωτογραφία του ιταλικού ιπποδρόμου τη δεκαετία του ’30 στην πόλη της Ρόδου, στο χώρο του σημερινού Δημαρχείου, υπάρχει στο «Οδοιπορικό στην ιστορία της πόλης της Ρόδου μέσα από τα ονόματα των δρόμων της» του κ. Νίκου Νικολάου, Έκδοση Δήμου Ροδίων το έτος 1998).

Στην ελληνική επιστημονική βιβλιογραφία η πρώτη αναφορά στο αλογάκι της Ρόδου γίνεται στο πανεπιστημιακό σύγγραμμα του Αναπληρωτού Καθηγητού του Εργαστηρίου Γεωλογίας & Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μ.Δ. Δερμιτζάκη και του Καθηγητού του Γεωλογικού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης Ολλανδίας κ. P.Y. Sondaar με τίτλο ¨Η εξέλιξις του ίππου»,(Εκδόσεις Γ. Γκέλμπεσης, έτος 1977), και συγκεκριμένα στο ένατο κεφάλαιο με επικεφαλίδα «Οι αντιπρόσωποι των Equidae στην Ελλάδα», όπου αναφέρεται ότι «εις την Ελλάδα τα ζώντα σήμερον μέλη της οικογένειας των Ιππιδών είναι ο ίππος, ο ημίονος, ο όνος και τα μικρόσωμα άλογα της Σκύρου και της Ρόδου».

Στο ίδιο κεφάλαιο σε άλλη παράγραφο οι εν λόγω συγγραφείς προσθέτουν ότι: «Εις την Ελλάδα απαντούν μικρόσωμοι ίπποι, οι οποίοι δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως ελληνικά poney. Οι μικρόσωμοι αυτοί ίπποι απαντούν εις τας διαφόρους νήσους Καίτοι το θέμα του νανισμού των θηλαστικών είναι σύνθετον και αποτελεί αντικείμενον συνεχιζομένης ερεύνης, ένας από τους παράγοντες, οι οποίοι πρέπει να επιδρούν, είναι η γεωγραφική απομόνωση των ζώων αυτών (Μαρίνος & Συμεωνίδης, 1977) . Χαρακτηριστικοί αντιπρόσωποι μικρόσωμων ίππων από την Ελλάδα, είναι οι των νήσων Σκύρου και Ρόδου (Όντριας, 1965)».

ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΒΙΟΛΟΓΟΥ ΜΑΡΚΟΥ-HECHT

Η πρώτη εκτενής και συστηματική μελέτη των αλόγων της φυλής Ρόδου έγινε περίπου μία εικοσαετία αργότερα, το έτος 1995, από τη βιολόγο κα Παρασκευή Μάρκου-Hecht, με την χορηγία του Πολιτιστικού Συλλόγου Αρχαγγέλου Ρόδου «Ο Αίθωνας». Η εν λόγω μελέτη έχει βαρύνουσα σημασία (όπως επισημαίνουν στο προοίμιο της μελέτης οι αναπληρωτές καθηγητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.κ. Κούκουρας και , διότι πρόκειται για εργασία με πολλά πρωτότυπα στοιχεία, καθότι η εν λόγω συγγραφεύς διενήργησε έρευνα πεδίου στο χώρο όπου διαβιούσαν οι τελευταίοι εκπρόσωποι της φυλής Ρόδου και συγκέντρωσε σχετικά στοιχεία από τα υφιστάμενα αρχεία δημοσίων και δημοτικών υπηρεσιών.

Όπως αναφέρεται στη σχετική εισαγωγή, στόχος της εν λόγω μελέτης ήταν αφενός να ερευνηθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα εναπομείναντα άλογα της φυλής Ρόδου στο βιότοπό τους στην περιοχή της Αρχαγγέλου προκειμένου να προταθούν μέτρα προστασίας τους και αφετέρου να διεξαχθούν βιομετρικές μετρήσεις για την επιστημονική ταυτοποίηση της φυλής.

Στην πρώτη ενότητα με τίτλο «Γεωγραφική εξάπλωση» αναφέρεται ότι, κατόπιν σχετικής έρευνας σε όλη τη Ρόδο, διαπιστώθηκε ότι τα αλογάκια της Ρόδου διαβιούσαν το έτος 1995 μόνο στα βουνά Κουρέπης, Κουτσούτης και Στρογγυλό πέριξ της κωμόπολης Αρχαγγέλου σε ημιάγρια κατάσταση.

Στη δεύτερη ενότητα με τίτλο «Η σχέση των μικρόσωμων ημιάγριων αλόγων με τους κατοίκους της Αρχαγγέλου και τους λοιπούς Ροδίους» επισημαίνεται ότι μέχρι τη δεκαετία του 50 οι κάτοικοι της Αρχαγγέλου χρησιμοποιούσαν περιστασιακά τα αλογάκια για το αλώνισμα των σιτηρών τους, για την μεταφορά αγροτικών προϊόντων (πορτοκαλιών, ελιών, σιτηρών) και καυσόξυλων και για την άντληση νερού από μαγκανοπήγαδα και ότι τον υπόλοιπο καιρό τα άφηναν αδέσποτα στα γύρω βουνά, να βόσκουν μόνα τους. Οι παρατηρήσεις αυτές συμφωνούν με τις παλαιότερες αναφορές των ιταλών συγγραφέων, και κυρίως του Vezzani (1929). Επίσης αναφέρεται ότι περίπου μέχρι το 1970 τα αλογάκια συμμετείχαν, λόγω του γρήγορου καλπασμού τους, στις ετήσιες τοπικές ιπποδρομίες στις 30 Ιουλίου προς τιμήν του Αγίου Σουλά, αλλά ότι σταδιακά αντικαταστάθηκαν από άλογα μεγαλόσωμων φυλών. Η μαρτυρία αυτή για συμμετοχή των αλόγων της φυλής Ρόδου στις ιπποδρομίες συμφωνεί με παλαιότερη του ιταλού Colombi (1936).

Όμως η κα Μάρκου-Hecht, σε αντίθεση με τους ιταλούς φυσιοδίφες Ghigi και Taibell, υποστηρίζει ότι τα αλογάκια είχαν περιορισμένη χρηστικότητα, διότι η ανατομική κατασκευή της ράχης τους δεν εξυπηρετούσε τη στήριξη σαμαριού και τη μεταφορά φορτίων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν επιλεκτικά στην τροφή τους και επεδείκνυαν άγρια συμπεριφορά ως προς τον άνθρωπο. Επισημαίνει ωστόσο ότι η εξάρτηση των ντόπιων από τα αλογάκια μειώθηκε μετά τη δεκαετία του 50 λόγω της εκμηχάνισης της γεωργίας, με αποτέλεσμα να αφεθούν αδέσποτα τα αλογάκια ολοχρονίς στα γύρω βουνά. και ότι κάποιοι γεωργοί και κτηνοτρόφοι εξόντωσαν με τα τουφέκια τους πολλά από τα αδέσποτα αλογάκια που κατέστρεφαν τις καλλιέργειές τους και έτρωγαν τη λιγοστή χλόη των βοσκοτόπων τους. Επίσης αναφέρει ότι τα αδέσποτα αλογάκια που συνελάμβαναν διάφοροι «αλογάδες» είχαν μη φιλική συμπεριφορά απέναντί τους, αλλά ότι τα αλογάκια που γεννιόντουσαν σε αιχμαλωσία ήταν ευκολότερο να εξημερωθούν και να χρησιμοποιηθούν.

Σημαντική είναι η αναφορά της μελέτης στα στοιχεία του «Μητρώου απογραφής κτηνών» που τηρούσε η Ελληνική Στρατιωτική Υπηρεσία στην κοινότητα Αρχαγγέλου την περίοδο από το 1958 έως το 1972, με σκοπό να λάβει γνώση για τον πληθυσμό των υποζυγίων που θα μπορούσε να επιτάξει εν καιρώ πολέμου. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι την περίοδο γεννήθηκαν σε «αιχμαλωσία» 24 αλογάκια (δέκα θηλυκά και 13 αρσενικά), ότι κατά μέσο όρο το ανάστημά τους σε ηλικία 2-3 ετών κυμαινόταν από τα 110 έως τα 120 εκατοστά (δεν αναφέρεται όμως με σαφήνεια εάν αυτό το ύψος μετρήθηκε από το ακρώμιο) και ότι τα βασικά χρώματα του τριχώματός τους ήταν το ορφνό, το μαύρο, το ερυθρό (κόκκινο), το ερυθρόφαιο (μελισσί) και το ξανθό (κόκκινο ανοικτό).

Στην τρίτη ενότητα με τίτλο «Περιγραφή» περιγράφονται τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά των αλόγων της φυλής Ρόδου. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο μικρό τους μέγεθος, το οποίο αποτελεί «το κυριότερο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα».

Η ίδια η συγγραφεύς διενήργησε σωματομετρήσεις σε πέντε άτομα της φυλής (ένα εν ζωή και τέσσερα νεκρά, εκ των οποίων ένα ήταν νεαρό κάτω των δύο ετών) και διαπίστωσε ότι το ύψος ακρωμίου και το μήκος του σώματός τους (από το στέρνο μέχρι τη βάση της ουράς) των ενήλικων ατόμων της φυλής αυτής κυμαινόταν από τα 110 έως τα 115 εκατοστά (1 μέτρο ήταν το ύψος ακρωμίου και το μήκος του σώματος του νεαρού ατόμου), ότι το μήκος της κεφαλής (από το ακρορρίνιο μέχρι τα ώτα ) κυμαινόταν από τα 50 έως τα 52 εκατοστά (το μήκος κεφαλής του νεαρού ατόμου ήταν 49 εκατοστά). Ανάλογες μετρήσεις είχε διενεργήσει ο Taibell σε νεαρό αρσενικό αλογάκι το έτος 1930.

Επίσης η κα Μάρκου-Hecht μέτρησε το μήκος της ουράς άνευ τριχώματος (33-34 εκατοστά), το συνολικό μήκος της ουράς (98-102 εκατοστά), το μήκος των πτερυγίων των ώτων (13-15 εκατοστά) και το μήκος της χαίτης (42-45 εκατοστά).

Επιπλέον αναφέρεται ότι στο «Μητρώο απογραφής κτηνών» της περιόδου 1958-1972 είναι καταγεγραμμένο το ύψος 37 μικρόσωμων αλόγων και ότι από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι το ύψος του σώματος (δεν διευκρινίζεται εάν πρόκειται για ύψος μετρηθέν από το ακρώμιο) στα περισσότερα αρσενικά ενήλικα άτομα κυμαινόταν από 100 έως 130 εκατοστά και στα περισσότερα θηλυκά από 100 έως 120 εκατοστά.

Στη συνέχεια δίδεται μία πλήρης περιγραφή του φαινοτύπου των αλόγων της φυλής Ρόδου, όπου επισημαίνεται ότι τα αλογάκια είναι μικρόσωμα αλλά γεροδεμένα με ανεπτυγμένες μυϊκές μάζες στους γλουτούς, τους μηρούς και στον αυχένα, έχουν μικρή κεφαλή, εμφανή καμπύλη στη ράχη τους, μεγάλη κοιλιά, μακρύ τρίχωμα στην κεφαλή (που καλύπτει το μέτωπό τους) στη χαίτη και στην ουρά (η οποία φθάνει μέχρι το έδαφος) και κοντά άκρα με συγκλίνοντες ταρσούς. Επισημαίνεται όμως ότι είναι πολύ γρήγορα στο τρέξιμο ακόμη και στον ανώμαλο δρόμο.

Όσον αφορά στον χρωματισμό του τριχώματός τους, επισημαίνεται ότι αυτός είναι κατά κανόνα μονόχρωμος, συνηθέστερα μελανός ή ορφνομελανός και σπανιότερα κόκκινος ή κοκκινόφαιος. Επίσης αναφέρεται ότι υπάρχουν λευκές κηλίδες στην κεφαλή (ανθυλλίδα, μήνη, μήνη επιρρίνιος, ολοφλυκτίδα, φρυά άνω χείλους και γαλαξίας) και χαμηλά στα πόδια (κυρίως στα μεσοκύνια ή μέχρι τους κυνήποδες, σπανιότερα στα μετακάρπια ή στα μετατάρσια), αλλά ότι σπανίως εντοπίζονται τέτοιες κηλίδες στο υπόλοιπο σώμα. Επισημαίνεται ότι τα αλογάκια που έχουν ανοικτό κόκκινο ή κοκκινόφαιο χρωματισμό στη χαίτη, στην ουρά και στα άκρα μέχρι το ύψος των κυνηπόδων, παρουσιάζουν πιο σκοτεινόχρωμο τρίχωμα στο υπόλοιπο σώμα τους.

Επίσης αναφέρεται ότι υφίσταται σε κάποιο βαθμό φυλετικός διμορφισμός, δεδομένου ότι τα αρσενικά άτομα είναι πιο εύρωστα και ψηλότερα από τα θηλυκά άτομα της ίδιας ηλικίας, και επιπλέον έχουν πιο ανεπτυγμένο τρίχωμα στην κεφαλή στη χαίτη και στην ουρά, μακρύτερο και φαρδύτερο κεφάλι με περισσότερο προεξέχουσες ακρολοφίες των οστών του προσώπου και 4 κυνόδοντες μετά το 5ο έτος της ηλικίας τους.

Η συμπεριφορά των αλόγων κρίνεται ως άγρια ενδεχομένως και επιθετική, αλλά επισημαίνεται ότι οφείλεται (τουλάχιστον εν μέρει) στην απομόνωσή τους στον ορεινό τους βιότοπο και στις αρνητικές εμπειρίες που έχουν αποκομίσει κατά τη διάρκεια της ζωής τους λόγω της καταδίωξης τους από ανθρώπους που θέλουν τα εξοντώσουν ή να τα αιχμαλωτίσουν.

Στην 5η ενότητα με τίτλο «Βιότοποι» περιγράφεται το δύσβατο και αφιλόξενο περιβάλλον στο οποίο ζούσαν τα αδέσποτα αλογάκια των βουνών της Αρχαγγέλου (Κουτσούτη, Στρογγυλό, Σόλαντρο). Στα μέρη αυτά η βλάστηση είναι αραιή και χαμηλής θρεπτικής αξίας, αποτελούμενη κυρίως από θάμνους όπως η αλεσφακιά και κάποια δένδρα όπως το ελαιόπρινο, το πεύκο και το κυπαρίσσι, καθότι το έδαφος είναι πετρώδες και άγονο. Η αραιή δενδρώδης βλάστηση προσέφερε κυρίως προστασία στα αλογάκια από τον δυνατό ήλιο ή τις καταρρακτώδεις βροχές, αλλά οι πεσμένες πευκοβελόνες εμπόδιζαν την ανάπτυξη της ποώδους βλάστησης.

Εύστοχα επισημαίνεται ότι τα άλογα φέρουν φυλογενετικώς ιδιαίτερη κλίση στις πεδινές περιοχές, διότι το είδος της τροφής τους, που είναι η αγροστώδης βλάστηση, φυτρώνει στις περιοχές αυτές. Επίσης υπενθυμίζεται ότι τα άλογα ως μόνοπλα, (δεδομένου ότι κάθε τους πόδι στηρίζεται σε ένα μόνο δάκτυλο), κινούνται ευχερώς σε πεδινές επίπεδες επιφάνειες, και ότι ως εκ τούτου τα αλογάκια κινούνταν στους ορεινούς βιότοπους αναγκαστικά για να βρουν τροφή νερό και καταφύγιο, μέσω ευκολότερων διαύλων διάβασης, που τα ίδια είχαν επιλέξει. Τα «μονοπάτια» αυτά εντόπισε η κα Μάρκου-Hecht βασιζόμενη στα κόπρανα και στα ίχνη των οπλών που άφηναν τα αλογάκια κατά τη διέλευσή τους από αυτά. Επίσης οριοθέτησε τους «βιότοπους» των αλόγων, με βάση τα ίχνη των αλόγων σε χώρους όπου κυλιόντουσαν στο έδαφος (κυλίστρες) ή τα ίχνη στους κορμούς των δέντρων όπου ξυνόντουσαν για να απομακρύνουν τα εξωπαράσιτα από το δέρμα τους (ξύστρες).

Στην 6η ενότητα με τίτλο «ο πληθυσμός των αλόγων της Αρχαγγέλου» θίγεται το ζήτημα του πολύ μικρού αριθμού των εναπομεινάντων αλόγων της φυλής Ρόδου. Σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων τα αλογάκια υπερέβαιναν τα εκατό προπολεμικά, αλλά ο αριθμός μειώθηκε δραματικά έκτοτε. Η κα Μάρκου παραθέτει τους κυριότερους λόγους της μείωσης του πληθυσμού των αλόγων. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου λιμοκτονούντες ιταλοί λιποτάκτες σκότωσαν αρκετά από αυτά για να επιβιώσουν, με αποτέλεσμα ο αριθμός των αλόγων μεταπολεμικά (τη δεκαετία του 50) να μειωθεί στα 50-60 άτομα. Από το «Μητρώο απογραφής των κτηνών» προκύπτει ότι τη χρονική περίοδο 1954-1972 δηλώθηκαν 37 αλογάκια (21 θηλυκά και 16 αρσενικά), εκ των οποίων 24 γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής (10 αρσενικά,13 θηλυκά, και ένα αγνώστου φύλου). Τα στοιχεία όμως αυτά αφορούν μόνο τα αλογάκια που είχαν στην κατοχή τους οι κάτοικοι της Αρχαγγέλου, διότι κάποια αλογάκια ζούσαν ήδη αδέσποτα στα γύρω βουνά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης αυτής, προκύπτει ότι τουλάχιστον 15 αλογάκια πωλήθηκαν εκτός Ρόδου τη δεκαετία του 1960 και ότι ο συνολικός αριθμός των αλόγων ήταν περίπου 30 το 1970. Το 1974 λόγω της ανομβρίας τα αλογάκια κατέβηκαν από το ορεινό καταφύγιό τους στις γύρω πεδιάδες για να βρουν τροφή και νερό, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την όχληση των κτηνοτρόφων της περιοχής, οι οποίοι σκότωσαν 25 τουλάχιστον από αυτά. Η εξόντωση των αλόγων συνεχίστηκε και τα επόμενα έτη, με αποτέλεσμα να μη υπερβαίνουν το έτος 1985 τα 30 άτομα και το έτος 1995 να έχουν απομείνει μόνο 10 αλογάκια αδέσποτα στα βουνά, εκ των οποίων 7 ήταν αρσενικά και 3 μόνο θηλυκά, ενώ άλλα 5 αρσενικά κατοικίδια αλογάκια εντοπίστηκαν σε διάφορα χωριά της Ρόδου.

Τα αλογάκια που συνέλαβαν τα μέλη του συλλόγου «Φαέθων» το 2001 ήταν μόλις 6 (τρία θηλυκά και τρία αρσενικά). Συγκρίνοντας τις περιγραφές της κας Μάρκου για τα αδέσποτα άλογα που ζούσαν το 1995 στα βουνά με τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά (κυρίως τις λευκές κηλίδες) των αλόγων που συνελήφθηκαν το 2001, προκύπτει ότι πιθανόν τρία εκ των πρώτων να συμπίπτουν με τα δεύτερα:

                

Όνομα 1995 Όνομα 2001 Χρώμα Ιδιαίτερο                             χαρακτηριστικό                 Πιθανολογούμενη ηλικία
Αίθωνας   -   μαύρο

μονόφθαλμος,

μήνη μετώπου

6-8 ετών (1995)
Άλωτας - μαύρο

χελωνίδα,

χοινικοφόρος ΠΑ, ΠΔ, ΟΑ

κηλίδα κοιλιακής χώρας

>15 ετών (1995)
Σόλαντρος Κουτσούτης μαύρο χοινικοφόρος ΟΑ λευκή οπλή <2 ετών (1995)
Πόντος - μαύρο

μήνη μετώπου, επιρρίνιος χοινικοφόρος ΟΑ

5-7 ετών (1995)
Ώρος -   κόκκινο ολοφλυκτίδα, χοινικοφόρος ΟΑ, ΟΔ,  κνημιδοφόρος ΠΔ    5-7 ετών (1995)
Δάφνα   Δάφνα ερυθρόφαιο μήνη επιρρίνιος >6 ετών (1995)
Ποντώρεια Μαρίνα? μαύρο   5 ετών (1995)
Τσαμπίκα   μαύρο μήνη επιρρίνιος 5 ετών (1995)
Αίθωνας Αίθωνας μαύρο ωοειδής μήνη μετώπου 3-5 μηνών (1995)
Αρχάγγελος Νιώτης? μαύρο    1,5 έτους (1995)

 

Στην 7η ενότητα περιγράφονται οι συνθήκες διαβίωσης των αλόγων που ζούσαν αδέσποτα στα γύρω βουνά της Αρχαγγέλου (Κουτσούτη, Στρογγυλό, Σόλαντρο). Με γλαφυρότητα η κα Μάρκου-Hecht παραθέτει τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα αλογάκια στους βιότοπους αυτούς, όπως την περιορισμένη ποσότητα τροφής λόγω της σπανιότητας της ποώδους βλάστησης, την λειψυδρία λόγω της ανομβρίας, την έλλειψη κτηνιατρικής περίθαλψης σε περίπτωση τραυματισμών και την έντονη παρασίτωση των ζώων από βδέλλες και έντομα, τους κινδύνους που διέτρεχαν λόγω πυρκαγιών, πλημμύρων, αντίξοων καιρικών συνθηκών και ασυνείδητων κυνηγών-κτηνοτρόφων.

Στην 8η ενότητα προτείνονται κάποια μέτρα προστασίας, όπως τη δημιουργία προσωρινού καταφυγίου-μικρού δρυμού εκτροφής, την ευαισθητοποίηση του κοινού, την ανακήρυξη του ορεινού βιότοπου των αλόγων σε εθνικό δρυμό, την απαγόρευση του κυνηγίου των αλόγων και της εξαγωγής τους από τη Ρόδο.

Ο Σύλλογος Φαέθων υλοποίησε τα περισσότερα από τα μέτρα αυτά, δεδομένου ότι κατασκεύασε ένα σύγχρονο καταφύγιο που διαθέτει στάβλους με προαύλια, ταΐστρες και ποτίστρες, αποθήκες ζωοτροφών, περιφραγμένους χώρους εκτόνωσης (paddock), δεξαμενή συλλογής υδάτων και έκταση όπου καλλιεργούνται κτηνοτροφικά φυτά και ποτίζονται με αυτόματο σύστημα ποτίσματος. Επίσης ανέδειξε τα αλογάκια σε πόλο τουριστικής έλξης, αναθερμαίνοντας την τοπική οικονομία, γεγονός που βοήθησε να γίνουν αποδεκτά από την τοπική κοινωνία ως στοιχείο της πολιτισμικής της κληρονομιάς. Εξάλλου δημιούργησε χώρο υποδοχής επισκεπτών, στον οποίο προσέρχονται κάθε χρόνο οι μαθητές της Ρόδου και της υπόλοιπης Ελλάδας για να γνωρίσουν τα αλογάκια και να ευαισθητοποιηθούν για τα προβλήματά τους. Ακόμη επέτυχε την ένταξη του ορεινού βιότοπου του αλόγου στην κοινοτική πρωτοβουλία Leader+.

ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Στο πανεπιστημιακό σύγγραμμα του με τίτλο «Uomini e (non solo) topi-Gli animali domestici e la fauna antropocora» (σε ελεύθερη μετάφραση: Οι άνθρωποι, τα κατοικίδια ζώα και η πανίδα που συμβιώνει με την ανθρώπινη παρουσία) του καθηγητού Marco Masseti του Πανεπιστημίου Φλωρεντίας (Universita degli studi di Firenze), εκδόσεις Firenze University Press το έτος 2002, και συγκεκριμένα στο 12ο κεφάλαιο με τίτλο «Οι κατοικίδιες φυλές ζώων με προέλευση από την αρχαιότητα» (Razze domestiche di origine antica) γίνεται εκτενής αναφορά στο αιγαιοπελαγίτικο αλογάκι, το οποίο θεωρείται ο κοινός πρόγονος των μικρόσωμων αλόγων των νησιωτικών περιοχών.

Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι οστά μικρόσωμων ίππων έχουν βρεθεί κατά τις αρχαιολογικές ανασκαφές διάφορων αιγαιοπελαγίτικων τοποθεσιών της εποχής του Χαλκού, (όπως στη ακρόπολη της Σαντορίνης και στη Φυλακοπή της Μήλου) και ότι οι οστεομετρικές αναλύσεις των ευρημάτων αυτών αποκαλύπτουν ότι ο σκελετός τους έχει παρόμοιες διαστάσεις με το σκελετό του όνου . Επίσης θεωρεί ότι το αιγαιοπελαγίτικο αλογάκι μετανάστευσε στη βαλκανική χερσόνησο την εποχή του Χαλκού, διότι δεν υπάρχει οστεολογικά ευρήματα νωρίτερα κατά τη νεολιθική εποχή , ενδεχομένως από την Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή, δεδομένου ότι πρόσφατα (το 1965) καταγράφηκε εν ζωή μία φυλή μικρόσωμων αλόγων στην Κασπία Θάλασσα (στο Ιράν) .

Επιπλέον εκφράζει την άποψη ότι οι μικρές σωματικές διαστάσεις του αιγαιοπελαγίτικου αλόγου δεν οφείλονται στην γεωγραφική του απομόνωση στα νησιά του Αιγαίου , αλλά ότι εκ των προτέρων ήταν μικρόσωμο και στην ηπειρωτική χώρα, αλλά ότι λόγω της διάπλασής του επιβίωσε ευχερέστερα στο φτωχό (από άποψη τροφής) περιβάλλον των νησιωτικών περιοχών, καθότι ήταν λιτοδίαιτο και ανθεκτικό. Ακόμη επισημαίνει οι απόγονοι του αιγαιοπελαγίτικου αλόγου δεν πρέπει να αποκαλούνται «πόνυ» (pony), αλλά μικρόσωμα άλογα, διότι τα πόνυ έχουν μεγαλύτερη περίμετρο σώματος σε σχέση με το ανάστημά τους .

Ως κύριος εκπρόσωπος του αιγαιοπελαγίτικου αλόγου αναφέρεται το σκυριανό αλογάκι, αλλά επίσης επισημαίνεται ότι παλαιότερα υπήρχαν αλογάκια με παρόμοια φαινοτυπικά χαρακτηριστικά και σε άλλα νησιά (Κύπρο, Σκόπελο, Εύβοια, Σύρο, Νάξο) όπου όμως εξαφανίστηκαν. Επισημαίνεται ότι παλαιότερα στη Λέσβο υπήρχε ανάλογη φυλή μικρόσωμων αλόγων, τα οποία ονομαζόντουσαν «Μυντιλίδες», τα οποία μάλλον εξαφανίστηκαν τον 20ο αιώνα.

Εν συνεχεία αναφέρεται ότι «στη Ρόδο εκτρεφόταν παλαιότερα ένα αλογάκι μικρών διαστάσεων, το οποίο ο Vezzani το περιέγραφε ως ένα αληθινό πόνυ, το οποίο οι ντόπιοι το αποκαλούν «Μυτιλλί», ίσως διότι προέρχεται από τη νήσο Μυτιλήνη, με ανάστημα κατά μέσο όρο 1,10 μέτρα, ενεργητικό και ζωηρό, αλλά αρκετά δυνατό και ανθεκτικό. Τα χρόνια της ιταλικής κατοχής, οι (ιταλοί) ζωοτέχνες επέδειξαν ζωηρό ενδιαφέρον για τα αλογάκια αυτά και μάλιστα αποπειράθηκαν να τα βελτιώσουν (Manetti 1921, Vezzani 1929, Colombi 1936). Σήμερα όμως, εκτιμάται ότι στη νήσο Ρόδο έχουν απομείνει ελάχιστα αλογάκια, που δεν υπερβαίνουν τα δέκα άτομα, τα οποία έχουν βρει καταφύγιο στις δύσβατες, πετρώδεις και έρημες ορεινές περιοχές της Αρχαγγέλου (Μάρκου-Hecht 1995). Οι Vezzani και Colombi ήταν οι πρώτοι που επεσήμαναν την φαινοτυπική ομοιότητα των μικρόσωμων αλόγων της Λέσβου και της Ρόδου. Ορισμένα αλογάκια με παρόμοιο φαινότυπο υπάρχουν ακόμη στη Σάμο και στην Κεφαλονιά, ενώ στην ευρύτερη περιοχή της κεντρικής Μεσογείου παρόμοιες φυλές υπάρχουν στη νήσο Marettimo, στο αρχιπέλαγος των Egadi (Σικελία) και στη Σαρδηνία». Μάλιστα ο συγγραφέας εκφράζει την άποψη ότι τα αλογάκια της Ρόδου έχουν γενετική συγγένεια με τα αντίστοιχα αλογάκια της Σαρδηνίας. Συγκεκριμένα αναφέρει «Η ομοιογένεια μεταξύ των μικρόσωμων αλόγων της Σαρδηνίας και της Ρόδου ήδη είχε επισημανθεί από τον Taibel (1930)». Ωστόσο θεωρεί ότι ο πρόγονός τους (το αιγαιοπελαγίτικο αλογάκι) κατάγεται από την Ανατολή, συμφωνώντας με αντίστοιχες παλαιότερες μαρτυρίες των Manetti (1921)και Vezzani (1929).

Ανάλογη σύντομη αναφορά του Marco Masseti στα αλογάκια της Ρόδου υπάρχει στο βιβλίο που εξέδωσε ο Δήμος Ροδίων το έτος 2002 με τίτλο «Το νησί των ελαφιών». Συγκεκριμένα στο δέκατο κεφάλαιο, αναφέρεται ότι: «Στο τέλος αυτού του λεπτομερούς καταλόγου των θηλαστικών της Δωδεκανήσου, είναι επίσης σημαντικό να θυμηθούμε την παρουσία στη Ρόδο ενός πληθυσμού κατοικιδίων μικρόσωμων αλόγων ελευθέρας βοσκής, εκ των οποίων επέζησε, τα τελευταία χρόνια, ένας πολύ μικρός αριθμός, τα οποία κατοικούσαν σε βραχώδεις λόφους στα περίχωρα του χωριού Αρχάγγελος (Markou-Hecht, 1995). Τα χαρακτηριστικά αυτής της ράτσας των αλόγων, που εκτρέφονται από την αρχαιότητα, συχνά παραπέμπουν στα χαρακτηριστικά των πόνυ, αλλά στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα πραγματικά μικρόσωμο άλογο, που παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της ράτσας του Μιντιλί της Λέσβου και/ή του αλόγου της Σκύρου, το οποίο ήταν κάποτε ευρέως διαδεδομένο στη Μεσόγειο, αλλά που σήμερα επιζεί μόνο σε λίγες απομακρυσμένες περιοχές (Masseti, 2002).

ΑΛΛΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ

Πλήθος δημοσιευμάτων του τύπου καθώς και άρθρα περιοδικών ποικίλης ύλης αναφέρονται στα αλογάκια της Ρόδου. Η αξία των δημοσιευμάτων αυτών παρά τις όποιες ανακρίβειες εμπεριέχουν, καταδεικνύουν αφενός ότι τα αλογάκια της φυλής Ρόδου είναι αναπόσπαστο τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ρόδου και αφετέρου ότι το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού της Δωδεκανήσου αλλά της υπόλοιπης Ελλάδας, για την τύχη τους συνεχώς αυξάνεται.

Τρία δημοσιεύματα εφημερίδων το έτος 1994 ανήγγειλαν ότι κάποια αλογάκια της φυλής Ρόδου εθεάθησαν να ζουν αδέσποτα στα βουνά της Αρχαγγέλου, και έκαναν εκκλήσεις για τη διάσωσή τους. Τα «Νέα» την 14η Φεβρουαρίου 1994 στη στήλη Τα Καλά Νέα (στη σελίδα 72) αφιερώνει άρθρο με τίτλο «Φωτογράφισαν τα «αόρατα» πόνι στον Αρχάγγελο», όπου μεταξύ άλλων, ο αρθρογράφος κ. Στέφανος Διανέλλος αναφέρει ότι κινηματογραφήθηκαν και φωτογραφήθηκαν (με τη συμβολή της Ζωοφιλικής Οικολογικής Ένωσης Ελλάδας), 3 αλογάκια στην περιοχή της Αρχαγγέλου, από τον συνολικό πληθυσμό 7-8 ατόμων που, σύμφωνα με μαρτυρίες, είχαν απομείνει, τα οποία είχαν σημαντικές ομοιότητες με αντίστοιχο αλογάκι που απεικονίζεται σε νόμισμα του 500 π.Χ. με την επιγραφή «ΛΙΝΔΙ» που βρέθηκε στην αρχαία Λίνδο. Η ροδιακή εφημερίδα «Πρόοδος» την 16η Φεβρουαρίου 1994 στο άρθρο της με τίτλο «Τα άγρια άλογα του Αρχαγγέλου εξαφανίζονται» των αδελφών Γιασιράνη, υπογραμμίζει ότι υπάρχουν ακόμη αλογάκια στις ορεινές περιοχές πέριξ του Αρχαγγέλου και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη σωτηρία τους.

Επίσης η τοπική εφημερίδα «Δράσις» στο άρθρό της, την 28 Φεβρουαρίου 1994, δημοσίευσε (στη σελίδα 27) σχετική έκθεση του κτηνίατρου κ. Χρήστου Κουτσούρη, στην οποία αναφέρεται ότι «Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε θετικά την προέλευση του μικρόσωμου αυτού αλόγου…Το σίγουρο είναι ότι στην αρχαιότητα υπήρχανε στην Ελλάδα τέτοια άλογα, μικρότερα στο ύψος από ό,τι της Σκύρου, θυμάμαι ακόμα ότι όλα τα χωριά της Ρόδου είχανε παρά πολλά αλογάκια…στον κάμπο της Κατταβιάς, στο βουνό του Ατταβύρου…Οι Ιταλοί θυμάμαι είχανε στις φυλακές δίπλα στο Δημαρχείο τέτοια μικρόσωμα άλογα, τα λέγανε καβαλίνια και από αυτή την ονομασία ονομάστηκε η τοποθεσία στις Επτά Πηγές, Καβαλίνο. Ήτο αεροπορική βάση των Ιταλών και εκτρέφανε πολλά τέτοια αλογάκια…Με πρωτοβουλία μου αποφάσισα να φωτογραφίσουμε τα αλογάκια. Με ένα φωτογράφο από την Αρχάγγελο και με τον Γεώργιο Καραολάνη, που σ’ αυτόν ανήκανε τα αλογάκια, πήγαμε σε μέρη απροσπέλαστα στις τοποθεσίες Στρογγυλή, Μουσταφά, Καμμένα Πεζούλια, Γιαμπέλες, μεταξύ Αρχαγγέλου και Αρχιπόλεως για να τα βρούμε, για να τα φωτογραφίσουμε με τηλεφακό και βρήκαμε τέσσερα». Ο εν λόγω κτηνίατρος πρότεινε διάφορα μέτρα για τη διάσωση των αλόγων, όπως την περίφραξη της τοποθεσίας όπου ζούσαν, τη κατασκευή στεγάστρου, ποτιστρών και αποθήκης ζωοτροφών, τον αποπαρασιτισμό τους και την παροχή κτηνιατρικής φροντίδας. Καταλήγοντας εκφράζει παράπονο γιατί παραπλήσια έκθεσή του πριν μία δεκαετία δεν εισακούστηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες (Υπουργείο Γεωργίας, Νομαρχία, Δασαρχείο, Δήμο Ρόδου, Κοινότητα Αρχαγγέλου). Ανάλογες επιγραμματικές μαρτυρίες για τα αδέσποτα αλογάκια αναγράφονται στα οδοιπορικά του κ. Ιωάννη Νικολή «Ιστορία της Αρχίπολης» και του κ. Γιάννη Διακονικολάου «Η Αρχίπολις της Ρόδου».

Στην εφημερίδα «Καθημερινή» την 17η Οκτωβρίου 2004, δημοσιεύθηκε στη στήλη «Ζωή και Οικολογία» άρθρο της κας Κατερίνας Πλασσαρά, στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά στα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά της φυλής των μικρόσωμων αλόγων της Ρόδου, στις αιτίες που συνετέλεσαν στην μείωση του πληθυσμού τους, στα πορίσματα της μελέτης της κας Μάρκου-Hecht και στην προσπάθεια του συλλόγου «Φαέθων» για τη διάσωσή τους. Στο τέλος του άρθρου επισημαίνεται ότι το εγχείρημα του «Φαέθωνα» συνδράμουν πολλοί επιστήμονες, πολιτευτές και ιδιώτες-εθελοντές και τα τοπικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, οι δημοτικές αρχές και η Νομαρχία και η τοπική κοινωνία εν γένει, που προσβλέπει στην άνοδο του εναλλακτικού οικολογικού τουρισμού.

Στο τεύχος 1473 του Μαΐου-Ιουνίου του έτους 2005 του εβδομαδιαίου περιοδικού «Τηλέραμα», στη σελίδα 120 η κ. Κατερίνα Πλασσαρά στη στήλη «Εμείς και τα ζώα» γράφει στο άρθρό της με τίτλο «Ρόδος-αγώνας για τη διάσωση ενός φυσικού μνημείου» ότι οι ελπίδες του σωματείου «Φαέθων» για τη διάσωση της φυλής των αλόγων της Ρόδου, αναπτερώθηκαν χάρη στη γέννηση ενός υγιούς θηλυκού πουλαριού, που ονομάστηκε Αθηνά, μετά την γέννηση δύο θνησιγενών πουλαριών τα προηγούμενα χρόνια. Στο άρθρο αυτό υπάρχει συνέντευξη του ιππολόγου κ. Νίκου Κωστάρα, ο οποίος επισημαίνει ότι «Τα αλογάκια της Ρόδου είναι μια πολύ σπάνια φυλή. Στην αρχαιότητα η φυλή ήταν διαδεδομένη σε όλη τη Μεσόγειο, γιατί ήταν πολύ χρήσιμη…Σήμερα ξέρουμε ότι η επίδραση των Ιταλών στη Δωδεκάνησο ήταν θετική για το αλογάκι. Γιατί εμείς, με την είσοδο του αυτοκινήτου, χάσαμε την ιππική μας παράδοση, ενώ οι Ιταλοί όχι. Έτσι τα άλογα είχαν βρει προστασία και φροντίδα, η οποία δυστυχώς δεν συνεχίστηκε…Αν δεν είναι το πρώτο είναι το δεύτερο μικρότερο άλογο στον κόσμο… Υπάρχουν τα Σέτλαντ και τα Φαλαντέλα, που είναι πολύ μικρόσωμα, αλλά αυτά έχουν υποστεί ανθρώπινες παρεμβάσεις. Η μικροσωμία του Ροδίτικου, όπως και του Σκυριανού αλόγου, είναι φυσική. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ο καλός χαρακτήρας…Διαθέτει έναν τέλειο συνδυασμό χαρακτηριστικών. Είναι μικρόσωμο, τρώει λίγο και κακής ποιότητας τροφή, που κανένα άλογο δεν θα την ήθελε, αντέχει στις καιρικές γεωγραφικές συνθήκες της Ελλάδας, τη ζέστη, το κακοτράχηλο τοπίο…Αν αυξηθεί ο αριθμός τους, θα μπορέσουν κάποτε να γυρίσουν στο φυσικό τους περιβάλλον, κάτι που οδηγεί σε τουριστική χρήση. Αυτό θα πρέπει να γίνει βέβαια με την επίβλεψη και τη συμπαράσταση του ανθρώπου. Το καλοκαίρι παροχή νερού, το χειμώνα προστασία από το κρύο κ.λ.π. Ακόμα, μπορούν να εξελιχτούν σε κατοικίδια, είναι κατάλληλα για παιδική ιππασία, για έλξη, δύο-δύο, σε αμαξάκια κ.λ.π.».

Την ίδια εποχή (13 Ιουνίου 2005) στο τεύχος υπ’ αριθμόν 2062 η εφημερίδα «Δωδεκάνησος» παραθέτει στη σελίδα 10 αφιέρωμα σε έρευνα των μαθητών της Ε1 τάξης του 8ου Δημοτικού Σχολείου πόλεως Ρόδου με τίτλο «Τα μικρόσωμα άλογα του Αρχαγγέλου» στο πλαίσιο Προγράμματος Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας. Στο εν λόγω άρθρο γίνεται μία σύντομη ανασκόπηση του ιστορικού της φυλής και παρουσιάζονται αναλυτικά τα 7 εναπομείναντα άλογα που την εκπροσωπούν. Το πλήρες κείμενο της εργασίας αυτής δημοσιεύτηκε σε ένα καλαίσθητο έγχρωμο έντυπο, το οποίο επισυνάπτεται στην παρούσα μελέτη.

Η ροδιακή εφημερίδα «Πρόοδος» την 3η Ιουνίου 2006, αναφέρεται στη συμμετοχή του σωματείου «Φαέθωνα» στη σύσταση της πανελλήνιας οργάνωσης «Αμάλθεια», η έχει ως στόχο την προστασία, διάσωση και ανάδειξη όλων των ελληνικών αυτοχθόνων φυλών κατοικιδίων ζώων, ως εκπρόσωπος της διεθνούς μη κερδοσκοπικής οργάνωσης “Save Foundation» και εξαίρεται η αδιάλειπτη προσπάθεια του «Φαέθωνα» για την προστασία του μικρόσωμου αλόγου της Ρόδου και την καλλιέργεια οικολογικής συνείδησης στους κατοίκους του νησιού.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Υπάρχουν ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα που συνηγορούν στο γεγονός ότι μικρόσωμα άλογα υπήρχαν στη νήσο της Ρόδου ήδη από την αρχαιότητα.

Συγκεκριμένα στα Αφάντου (κωμόπολη πλησίον της Αρχαγγέλου) ευρέθη, κατά την Τουρκοκρατία, μαρμάρινο ανάγλυφο της κλασσικής εποχής με παράσταση αρπαγής νύμφης, στο οποίο απεικονίζονται τρία μικρόσωμα άλογα που έλκουν ένα αμαξίδιο, στο οποίο επιβαίνουν δύο άτομα (εικάζεται ότι πρόκειται για το θεό του Άδη και τη νύμφη, τη στιγμή της αρπαγής της). Το εν λόγω αρχαιολογικό εύρημα φυλάσσεται στο Μουσείου Περγάμου του Βερολίνου (Pergamonmuseum). Φωτογραφίες του εν λόγω ευρήματος υπάρχουν σε διάφορα βιβλία ιστορικού περιεχομένου π.χ. του Χ.Ι. Χριστοδούλου με τίτλο «Ιστορία της Ρόδου από τους προϊστορικούς χρόνους έως την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου» Εκδόσεις Δήμου Ροδίων-Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου και του Γ. Κωνσταντινόπουλου με τίτλο «Αρχαία Ρόδος» Εκδόσεις του Διαφωτιστικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης.

Εξάλλου στη κωμόπολη της Λίνδου ευρέθη αρχαιοελληνικά νομίσματα, που χρονολογούνται το 500-408 π.Χ., στην μία όψη των οποίων αναπαριστάται η προτομή μικρόσωμου αλόγου, συνοδευόμενη από την επιγραφή ΛΙΝΔΙ, και στην άλλη όψη απεικονίζεται κεφαλή λέοντος. Τέτοια νομίσματα κοσμούν διάσημες ευρωπαϊκές νομισματικές συλλογές, όπως τη βρετανική συλλογή «Catalogue of the Greek Coins of Caria, Cos, Rhodes etc» του Dr Barclay V. Head, «Keeper of the Department of Coins and Metals-1897» του Βρετανικού Μουσείου, τη φιλανδική συλλογή «Sylloge Nummorum Graecorum-The Erkki Keckman Collection in the Skopbank-Part 1–Karia-1994» στο Ελσίσκι, και τη γερμανική συλλογή «Sylloge Nummorum Graecorum-Deutschland-Karien-1962» του Sammlung v. Aulock στο Βερολίνο. Πιστό αντίγραφο του νομίσματος αυτού έχει αναπαραγάγει ο Σύλλογος Φαέθων.

Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΑΕΘΩΝ

Λόγω του οριακού αριθμού των αλόγων της φυλής Ρόδου, η επιβίωση και διαιώνιση της φυλής αυτής είναι εφικτή μέσω της συστηματικής εκτροφής τους και της εφαρμογής προγράμματος ελεγχόμενης αναπαραγωγής. Επίσης είναι απαραίτητη η επανένταξη του ροδίτικου αλόγου στον κοινωνικό ιστό του νησιού μέσω της συμμετοχής του σε νέες δραστηριότητες όπως, ο εναλλακτικός αγροτικός τουρισμός, η αναβίωση ιππικών αθλημάτων και εκδηλώσεων, η εκπαίδευση παιδιών στην ιππασία, η θεραπευτική ιππασία κ.α.

Τα μέλη του Συλλόγου μας, συνειδητοποιώντας ότι η φυλή αυτή κινδυνεύει να αφανιστεί, αποφάσισαν να δραστηριοποιηθούν άμεσα περισυλλέγοντας τα έξι εναπομείναντα άλογα, τα οποία φιλοξενούνται στις εγκαταστάσεις του Συλλόγου, σε χώρο που παραχωρήθηκε από το Δήμο Αρχαγγέλου. Ο Σύλλογος «Φαέθων» στοχεύει στην προστασία του απειλούμενου με εξαφάνιση πληθυσμού του Ροδίτικου αλόγου και στην επανένταξή του στην τοπική κοινωνία. Για το σκοπό αυτό τα μέλη του Συλλόγου έχουν δημιουργήσει ένα χώρο ελεγχόμενης αναπαραγωγής των αλόγων στις σύγχρονες εγκαταστάσεις του. Οι εν λόγω εγκαταστάσεις περιλαμβάνουν πλήρεις σταυλικές εγκαταστάσεις με 8 box και ισάριθμα προαύλια, ειδικό κελί τοκετού, δύο χώρους για την αποθήκευση ζωοτροφών και γεωργικών μηχανημάτων, ένα χώρο υποδοχής του κοινού που περιλαμβάνει αίθουσα διεξαγωγής εκδηλώσεων, αναψυκτήριο και γραφείο. Επίσης ο χώρος φιλοξενίας των αλόγων περιλαμβάνει έκταση 10 στρεμμάτων για την εκτόνωσή τους και έκταση 4 στρεμμάτων όπου καλλιεργείται μηδική για την εκτροφή τους. Μάλιστα ο Σύλλογος έχει εγκαταστήσει ένα σύστημα αυτόματου ποτίσματος της μηδικής μέσω μίας δεξαμενής συλλογής όμβριων υδάτων.

Την παρούσα μελέτη συνέταξαν για λογαριασμό του Συλλόγου μας, οι επιστημονικοί μας συνεργάτες κ.κ. Παπαϊωάννου Κων/νος, κτηνίατρος, ειδικευθείς στην αναπαραγωγή του ίππου στο Πανεπιστήμιο University College Dublin της Ιρλανδίας και Κωστάρας Νικόλαος ιππολόγος, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Warwickshire College της Μεγάλης Βρετανίας. Οι συγγραφείς της μελέτης